
Παναθηναϊκός: Η ανατομία μιας ήττας χωρίς αντίσταση
Ο Αντώνης Μπατζιάς γράφει στο Sportsholics για τις ήττες του Παναθηναϊκού κόντρα σε Ολυμπιακό και Αρμάνι και τι πρέπει να αλλάξει άμεσα, για να μη χαθεί οριστικά το τρένο.
Κάποια πράγματα για τον κόουτς Αταμάν, είναι προσωπική άποψη, τα γράφω από την 1η του χρονιά και είναι ο τρόπος που βλέπω εγώ το μπάσκετ του Παναθηναϊκού. Κάποια άλλα πράγματα, πλέον φαίνονται ξεκάθαρα και τα καμπανάκια ακούγονται λίγο δυνατότερα όσο τα play-off πλησιάζουν. Όλα τα παρακάτω γράφτηκαν μετά την ήττα από τον Ολυμπιακό. Στο ματς με την Αρμάνι τα είδαμε να συμβαίνουν ξανά, ίσως και σε χειρότερο βαθμό… Και στο τέλος της βδομάδας, μάλλον θα τα ξαναδούμε.
Υπάρχουν ήττες που πονάνε και υπάρχουν ήττες που απλώς συμβαίνουν, σαν φυσικό φαινόμενο, σαν βροχή που δεν προσπαθείς καν να αποφύγεις. Η δεύτερη κατηγορία είναι η πιο επικίνδυνη. Γιατί δεν γεννά οργή, δεν παράγει ένσταση, δεν απαιτεί εξηγήσεις. Σε βρίσκει καθισμένο, με τα χέρια χαμηλά, έτοιμο να τη δεχτείς. Όχι επειδή δεν μπορούσες αλλιώς, αλλά επειδή δεν πίστεψες ποτέ ότι άξιζε να προσπαθήσεις. Αυτή, λοιπόν, δεν είναι μια ήττα που ζητά ανάλυση φάσεων, αλλά μια ήττα που απαιτεί ανατομία χαρακτήρα. Γιατί όταν μια ομάδα κατεβαίνει στο παρκέ χωρίς αντίσταση, το πρόβλημα δεν είναι το πλάνο. Είναι η αποδοχή.
Η Τέχνη της Αυτοχειρίας
Η ήττα με κάτω τα χέρια δεν είναι αποτέλεσμα ανικανότητας. Είναι στάση, είναι επιλογή. Μια αργή, σχεδόν τελετουργική αυτοχειρία, όπου κάθε κατοχή λειτουργεί ως επιβεβαίωση ότι «μέχρι εδώ ήταν». Δεν υπήρχε πανικός. Δεν υπήρχε ένταση. Υπήρχε κάτι χειρότερο, δηλαδή απάθεια μεταμφιεσμένη σε ρεαλισμό. Καθυστερημένες επιστροφές, άμυνες χωρίς δόντια, επιθέσεις που έμοιαζαν περισσότερο με αγγαρεία παρά με προσπάθεια. Σαν δημόσια υπηρεσία λίγο πριν κλείσει το ωράριο. Κανείς δεν φώναζε, κανείς δεν απαιτούσε, κανείς δεν έδειχνε ένταση. Και όταν λείπει η ένταση, λείπει και η πίστη.
Η αυτοχειρία αυτή δεν έγινε με κραυγές. Έγινε με σιωπή. Με μικρά νεύματα παραίτησης. Με βλέμματα που έλεγαν «δεν είναι η βραδιά μας» πριν καν γίνει η βραδιά. Κι όταν μια ομάδα αποδέχεται τόσο νωρίς τον ρόλο του ηττημένου, ο αντίπαλος δεν χρειάζεται να κάνει πολλά. Αρκεί να σταθεί όρθιος. Το ανησυχητικό δεν ήταν ότι χάθηκε και αυτό το παιχνίδι, μα το ότι δεν φάνηκε να υπάρχει κάποιο εναλλακτικό πλάνο για να μη χαθεί. Κι αυτό δεν διορθώνεται με time-out.
Στο ίδιο έργο θεατές και στο ματς που ακολούθησε με την Αρμάνι. Μόνο που σ’ αυτό δεν υπήρχε Ρογκαβόπουλος να βάλει σουτ, ούτε κρεσέντο Nunn να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα, ούτε κίνητρο εγωισμού λόγω αντιπαλότητας. Χωρίς αυτά, οι πράσινοι παρουσίασαν θλιβερή εικόνα, έχασαν ακόμη ένα ματς στο ΟΑΚΑ και άκουσαν και κάποιες χλιαρές αποδοκιμασίες.
Ο αυτοκράτορας χωρίς ρούχα
Υπάρχει μια στιγμή που η αυστηρότητα παύει να είναι ηγεσία και μετατρέπεται σε βερμπαλισμό πανικού. Εκεί που ο τόνος ανεβαίνει όχι για να εμπνεύσει, αλλά για να καλύψει το κενό, που ο προπονητής μιλά όχι ως αρχιτέκτονας, αλλά ως κατήγορος που ψάχνει ενόχους για να διασώσει το κύρος του. Η δημόσια στοχοποίηση παικτών μετά από μια ήττα χωρίς αντίσταση δεν είναι πυγμή. Είναι ομολογία αδυναμίας. Είναι η στιγμή που η ευθύνη μεταφέρεται από το σύστημα στα πρόσωπα, από το «εγώ» στο «εσείς». Αυτό δεν είναι σωστή ηγεσία (κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος).
Ο προπονητής–αυτοκράτορας χτίζει τον μύθο του πάνω στη βεβαιότητα. Ξέρει, βλέπει, ελέγχει. Όταν όμως η ομάδα εμφανίζεται μονοδιάστατη και πνευματικά άδεια, αυτή η βεβαιότητα μετατρέπεται σε επικίνδυνο εγωκεντρισμό. Δεν γίνεται μόνιμα στις ήττες, και ιδιαίτερα από τον "αιώνιο αντίπαλο, ναι φταίνε οι άλλοι. Δεν φταίει το σχέδιο, φταίνε όσοι δεν το εκτέλεσαν. Δεν φταίει η κατάσταση που δεν οργανώθηκε ποτέ σωστά, αλλά φταίνε τα χέρια που δεν υπάκουσαν. Δεν φταίει η απουσία 2ου πλάνου, φταίει η διαιτησία. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε δηλώσεις και υπονοούμενα, χάθηκε το μέτρο. Παίκτες εκτέθηκαν, ρόλοι ξεγυμνώθηκαν και η ήττα απέκτησε δεύτερο επίπεδο, αυτό της δημόσιας αποδόμησης. Όχι για να διορθωθεί κάτι, αλλά για να προστατευτεί η εικόνα του ενός. Και όταν μια εικόνα μπαίνει πάνω από την ομάδα, η ομάδα παύει να υπάρχει. Ο αυτοκράτορας χωρίς ρούχα δεν είναι γελοίος, μα επικίνδυνος, γιατί συνεχίζει να δίνει εντολές, πεπεισμένος ότι όλοι φταίνε εκτός από τον ίδιο. Και μια ομάδα που καθοδηγείται έτσι, δεν διαλύεται από τις ήττες. Διαλύεται από την απώλεια εμπιστοσύνη.
Η τακτική του χάους και το ανακάτεμα της τράπουλας
Όταν δεν υπάρχει σχέδιο, υπάρχει κίνηση. Πολλή κίνηση. Αλλαγές, σχήματα, πρόσωπα που μπαίνουν και βγαίνουν όχι για να δοκιμαστεί κάτι, αλλά για να φανεί ότι γίνεται κάτι. Αυτό δεν είναι τακτική. Είναι νευρικό ανακάτεμα μια τράπουλας, μπας και γυρίσει το φύλλο.
Η ομάδα δεν έμοιαζε με σύνολο που ακολουθεί κάποιο. Έμοιαζε με εργαστήριο χωρίς πρωτόκολλο. Καμία αίσθηση προπόνησης, καμία δομή που να λες «αυτό είναι δουλεμένο στην προπόνηση». Μόνο μια σκυλίσια άμυνα για 5' κι αποσπασματικές εμπνεύσεις με την ελπίδα ότι κάποιος θα σώσει τη βραδιά. Και, για να προλάβω κάποιους, τα ελεύθερα σουτ που ήρθαν ως προϊόντα καλής κυκλοφορίας και χάθηκαν, ήταν αποτέλεσμα ατυχίας και κακής ψυχολογίας. Κι αν για την ατυχία δεν γίνεται κάτι, για την ψυχολογία σίγουρα γίνεται…
Το πιο ανησυχητικό δεν ήταν ότι οι αλλαγές δεν δούλεψαν. Ήταν πως ήταν ακατανόητες. Δεν έλυναν πρόβλημα, δεν στόχευαν αδυναμία, δεν έχτιζαν ρυθμό. Ήταν κινήσεις πανικού. Κι όταν όλα αλλάζουν συνεχώς, τίποτα δεν χρεώνεται. Η τακτική γίνεται θόρυβος. Το χάος παρουσιάζεται συχνά ως τόλμη, η αναμπουμπούλα που χαίρεται ο λύκος. Στην πραγματικότητα είναι φόβος μεταμφιεσμένος σε δράση.
Η σκοτεινή παρηγοριά της καταδίωξης
Υπάρχει πάντα μια βολική αφήγηση για να απαλύνει την ήττα. Ένα εξωτερικό κακό, μια αδικία, μια σφυρίχτρα. Το σύνδρομο του καταδιωκόμενου λειτουργεί σαν όπιο, απαλλάσσοντας από την ανάγκη να δεις τι πραγματικά συνέβη.
Το 10–0 σερί δεν είναι κάποια συνωμοσία. Είναι συνέπεια. Αποτέλεσμα χαμένων επιθέσεων, δεύτερων μπαλών, μικρών μαχών, εκεί που κρίνεται το παιχνίδι. Εκεί που φάνηκε ποιος το ήθελε περισσότερο. Η αφήγηση της καταδίωξης μετατρέπει την αγωνιστική γύμνια σε ηθική ανωτερότητα. Χάσαμε, αλλά είχαμε δίκιο. Κι έτσι, αντί για αυτοκριτική, έχεις άλλοθι. Προφανώς το 10-0 δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία πέραν του πειράγματος στις παρέες, ειδικά όταν έχει προηγηθεί και η κατάκτηση της Ευρωλίγκας στη διάρκειά του. Αυτές οι… παθογένειες όμως βγαίνουν και μετά από άλλες ήττες με τα ίδια χαρακτηριστικά.
Το μάτι που γυαλίζει ανάσα σε θολά βλέμματα
Σε κάθε ομάδα που βυθίζεται στην απάθεια, υπάρχει πάντα ένας που περισσεύει. Όχι γιατί δεν κάνει, αλλά γιατί θυμίζει τι θα έπρεπε να γίνεται. Το μάτι που γυαλίζει είναι επικίνδυνο σε περιβάλλοντα ραστώνης.
Δεν είδαμε ομάδα που απέτυχε να εφαρμόσει το σχέδιο. Είδαμε ομάδα που δεν είχε τι να εφαρμόσει. Προσωπικές εμπνεύσεις, βερμπαλισμός, στιγμές χωρίς συνέχεια. Παίκτες κι όχι σύνολο. Ποιος μπορεί ξεκάθαρα να πει ποια είναι η ταυτότητα του μπασκετικού Παναθηναϊκού; Ναι, μια ομάδα με ταλέντο. Ναι, μια ομάδα επιθετική. Ταυτότητα όμως; Πνίγει τον αντίπαλο; Σκοράρει ασταμάτητα; Ποιο είναι το χαρακτηριστικό στοιχείο του Παναθηναϊκού, πέραν των πόντων του Nunn και της οργάνωσης του Σλούκα; Η απουσία αυτή δεν είναι φιλοσοφικό πρόβλημα. Σημαίνει ότι η ομάδα δεν έχει βρει ακόμα ποια είναι. Ακόμα...
Σε τέτοια επίπεδα, η φωτιά θεωρείται πρόβλημα διαχείρισης. Κάτι που μπορεί να ξεφύγει, να εκθέσει, να χαλάσει ισορροπίες. Προτιμάται η προβλέψιμη ασφάλεια. Οι δημόσιοι υπάλληλοι του παρκέ. Παίζουν σωστά, κινούνται σωστά, χάνουν σωστά. Χωρίς ίχνος ντροπής, αλλά και χωρίς ίχνος πάθους. Για άλλη μια φορά δεν είδαμε μια ομάδα που απέτυχε να εφαρμόσει το σχέδιο. Είδαμε μια ομάδα που δεν είχε τι να εφαρμόσει. Το μάτι που γυαλίζει δεν εγγυάται επιτυχία. Εγγυάται όμως παρουσία. Κι αυτό ήταν το μεγάλο έλλειμμα. Όχι η αστοχία, όχι τα λάθη. Η απουσία ανθρώπων που να δείχνουν ότι καίγονται, ότι θέλουν να χαλάσουν το σχέδιο, ακόμα κι αν δεν υπάρχει σχέδιο. Ότι δεν αντέχουν να χάσουν ήσυχα.
Η ύστατη προσπάθεια του εγωισμού
Ο Παναθηναϊκός δεν χρειάζεται, δικαιολογίες. Χρειάζεται να παραδεχτεί ότι η ήττα χωρίς αντίσταση είναι χειρότερη από οποιοδήποτε σκορ. Οι ομάδες δεν διαλύονται από τις κακές βραδιές. Διαλύονται όταν συνηθίζουν να χάνουν ήσυχα.
Υπάρχει ακόμα μια χρόνος. Όχι μόνο για ελπίδα, μα κυρίως για εγωισμό. Εκείνου του άβολου αισθήματος που δεν σε αφήνει να πεις «έτσι είναι». Υπάρχει πίστη στο ρόστερ, στο ταλέντο, στα πρόσωπα που απαρτίζουν όλο το τημ. Αν αυτή η ομάδα θέλει να σωθεί, δεν χρειάζεται να γίνει καλύτερη. Χρειάζεται πρώτα να γίνει κάτι συγκεκριμένο. Να βρει μια ταυτότητα, αρχή, μέση και τέλος, ώστε να μην “κρέμεται” από απροσδόκητους ήρωες και σουτ της τελευταίας στιγμής. Γιατί οι ήττες χωρίς αντίσταση δεν είναι απλώς χαμένες βραδιές. Είναι πρόβες παρακμής.