
Όχι κύριε Αταμάν, δεν φέρατε εσείς το μπάσκετ στον Παναθηναϊκό
Ότι ο γράφων δεν είναι κι ο μεγαλύτερος φαν του Αταμάν, είναι γνωστό σε όσους τον έχουν διαβάσει έστω μια φορά, γραφεί ο Αντώνης Μπατζιας.
Υπάρχει όμως τεράστια απόσταση ανάμεσα στην προσωπική δυσαρέσκεια σ’ ένα στυλ παιχνιδιού και στις δηλώσεις του κόουτς μετά το ματς με τη Μπασκόνια… Κόουτς, απολαύστε τη δόξα, τη δικαιούστε. Αλλά μην υποτιμάτε αυτούς που κράτησαν το γήπεδο ανοιχτό για να βρείτε εσείς σήμερα 20.000 κόσμο να σας αποθεώνει. Ο Παναθηναϊκός δεν έχει κοντή μνήμη. Και σίγουρα δεν ξεχνά ποιοι πάλεψαν όταν δεν υπήρχε «λευκή επιταγή», παρά μόνο περηφάνια.
Υπάρχουν δηλώσεις που δεν είναι απλώς άστοχες, αλλά επικίνδυνες, γιατί υποτιμούν τη νοημοσύνη. Και η δήλωση του Εργκίν Αταμάν περί «13 χρόνων αποτυχιών» του Παναθηναϊκού ανήκει σε αυτή ακριβώς την κατηγορία. Όχι γιατί δεν χωρά κριτική η πορεία της ομάδας. Αλλά γιατί επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία με τρόπο βολικό για το παρόν και την κοντή μνήμη του Εργκίν Αταμάν.
Ο Παναθηναϊκός δεν γεννήθηκε το 2023, δεν ήταν ένα άδειο χωράφι που περίμενε τον φωτισμένο προπονητή για να μάθει τι σημαίνει Ευρώπη. Ήταν –και παραμένει– ένας σύλλογος που κουβαλά, τότε 6 πλέον 7, αστέρια στη φανέλα, κερδισμένα σε εποχές που το χρήμα δεν έτρεχε σαν νερό και τα Final Four δεν ήταν τουριστικοί προορισμοί. Και πριν ανοίξει κάποιος το στόμα του για «αποτυχίες» και τη στήριξη των φιλάθλων, καλό είναι να θυμάται και τη δική του διαδρομή. Ο Αταμάν άφησε την Αναντολού Εφές στην 11η θέση της EuroLeague, εκτός playoffs. Μια ομάδα πρωταθλήτρια Ευρώπης. Από την κορυφή στο κενό. Κι έπειτα ήρθε στην Αθήνα. Όχι σε ερείπια. Σε έναν οργανισμό που είχε αντέξει.
Τα 6 αστέρια δεν μπήκαν με «λευκές επιταγές»
Ο Παναθηναϊκός έχτισε την ευρωπαϊκή του αυτοκρατορία σε εποχές που το μπάσκετ παιζόταν με τα δόντια. Από το 1996 μέχρι το 2011, η πράσινη φανέλα έγινε συνώνυμο της συνέπειας, της πίεσης, της νίκης. 6 EuroLeague, δεκάδες μάχες, αμέτρητα βράδια στο ΟΑΚΑ που έλιωναν παρκέ και νεύρα. Όταν ο Παναθηναϊκός έπαιρνε Ευρωπαϊκά, το ευρωπαϊκό μπάσκετ υποκλινόταν. Δεν ρωτούσε για budget. Ρωτούσε πώς θα αντέξει 40 λεπτά στην Αθήνα. Και αυτά τα αστέρια δεν μπήκαν επειδή κάποιος μοίρασε λευκές επιταγές. Μπήκαν επειδή υπήρχε δομή, γνώση, μπασκετικό DNA.
Ο Αταμάν βρήκε ένα «βαρύ» όνομα. Έναν σύλλογο που ακόμα και στα χειρότερά του λειτουργούσε ως μαγνήτης. Κι αυτό ήταν που του επέτρεψε να φέρει παίκτες παγκόσμιας κλάσης, να διαλέξει, να χτίσει με άνεση. Οι προκάτοχοί του; Έπαιζαν σκάκι με ό, τι πιόνια έβρισκαν… Και παραδόξως, δεν τους έφταιγαν τα πάντα μετά από κάθε ήττα, αναλάμβαναν τις ευθύνες τους. Ίσως σ’ αυτό να φταίει το ότι είχαν προπονητικό πλάνο και δεν βασιζόντουσαν σε εμπνεύσεις των παικτών…
Η προπονητική σκυταλοδρομία στα χρόνια της επιβίωσης
Υπάρχει μια βολική αφήγηση που λέει ότι ο Παναθηναϊκός «χάθηκε» για πάνω από μια δεκαετία και ξαναβρέθηκε όταν άνοιξε το ταμείο. Είναι η αφήγηση όσων βλέπουν το μπάσκετ σαν ισολογισμό κι όχι σαν διαδικασία. Η αλήθεια είναι πιο άβολη, και πιο έντιμη. Στα χρόνια που το τριφύλλι έμαθε να ζει με τα απολύτως απαραίτητα, οι προπονητές του δεν ήταν περαστικοί. Ήταν θεματοφύλακες , που κράτησαν την ομάδα όρθια, ανταγωνιστική, παρούσα στην Ευρώπη, όταν άλλοι με πολλαπλάσια μέσα κατέρρεαν. Δεν μιλάμε για τίτλους. Μιλάμε για συνθήκες. Για σειρές που χάθηκαν στις λεπτομέρειες, για χρονιές που ο Παναθηναϊκός μπήκε στα playoffs χωρίς καν να «δικαιούται» να βρίσκεται εκεί, αν έβλεπες μόνο νούμερα. Αυτή η περίοδος δεν ήταν αποτυχία. Ήταν άσκηση αντοχής. Και κάθε ένας από τους προπονητές της είχε ρόλο σε αυτό.
Αργύρης Πεδουλάκης – Ο στρατιώτης των δύσκολων αποστολών
Ο Αργύρης Πεδουλάκης δεν ήρθε στον Παναθηναϊκό για να γράψει ιστορία με χρυσά γράμματα. Ήρθε για να κρατήσει όρθιο ένα οικοδόμημα που κατέρρεε. Σε μια εποχή που τα πρωτοσέλιδα μιλούσαν για διάλυση, αποχωρήσεις, περικοπές και «τέλος εποχής», εκείνος ανέλαβε τον πιο άχαρο ρόλο, δηλαδή να παίξει άμυνα απέναντι στη φθορά. Να διαχειριστεί μια ομάδα που είχε χάσει τα αστέρια της, αλλά όχι την αξιοπρέπειά της. Η σεζόν 2012–13 είναι το απόλυτο παράδειγμα. Ένα ρόστερ χωρίς λάμψη, χωρίς βάθος, χωρίς καμία πολυτέλεια. Κι όμως, αυτός ο Παναθηναϊκός έφτασε ένα σουτ μακριά από το Final Four, απέναντι σε μια Μπαρτσελόνα γεμάτη αστέρια και εκατομμύρια. Όχι με τρικ, όχι με υπερβάσεις ταλέντου, αλλά με πειθαρχία, ρόλους και μπασκετικό ρεαλισμό. Μπάσκετ επιβίωσης.
Ο Πεδουλάκης δεν πούλησε ποτέ αφήγημα μεγαλείου. Έριξε ιδρώτα, κράτησε την ομάδα ανταγωνιστική σε μια Ευρώπη που δεν συγχωρεί αδυναμίες. Και το έκανε γνωρίζοντας ότι δεν θα πάρει δάφνες, ούτε υστεροφημία. Αν αυτό λέγεται «αποτυχία», τότε μιλάμε για πλήρη άγνοια των συνθηκών. Γιατί χωρίς εκείνον, ο Παναθηναϊκός δεν θα είχε καν συνέχεια για να συζητάμε σήμερα.
Τσάβι Πασκουάλ – Η αξιοπρέπεια της μεθόδου
Ο Τσάβι Πασκουάλ ανέλαβε έναν Παναθηναϊκό που δεν είχε τη δυνατότητα να επιβάλλεται, είχε όμως ακόμα το δικαίωμα να στέκεται όρθιος. Κι αυτό ακριβώς υπερασπίστηκε. Ο Ισπανός έφερε δομή, μπασκετική λογική και μια αίσθηση τάξης σε μια ομάδα που έπρεπε πρώτα να μάθει να μην αυτοκαταστρέφεται. Σε μια εποχή όπου αντίπαλοι όπως η Φενέρμπαχτσε έπαιζαν με budget 30 εκατομμυρίων, ο Παναθηναϊκός του Πασκουάλ πήγαινε στα playoffs, κέρδιζε ντέρμπι, έπαιζε σκληρά series κι έχανε στις λεπτομέρειες. Όχι γιατί δεν είχε ψυχή, αλλά γιατί δεν είχε το βάθος. Κι όμως, ποτέ δεν έγινε εύκολος αντίπαλος. Ποτέ δεν παραδόθηκε.
Η μεγαλύτερη προσφορά του Πασκουάλ δεν ήταν μια πρόκριση ή μια νίκη. Ήταν τα όρια. Έβαλε όρια στην ήττα. Δεν άφησε τον Παναθηναϊκό να γίνει κομπάρσος. Σε μια περίοδο που ο σύλλογος έπρεπε να προστατεύσει το όνομά του, εκείνος το υπερασπίστηκε με μπασκετική σοβαρότητα και επαγγελματισμό. Δεν θριάμβευσε. Αλλά δεν ευτέλισε ποτέ τη φανέλα. Και αυτό, σε εποχές φτώχειας, είναι τίτλος από μόνο του.
Ρικ Πιτίνο – Η σπίθα σε μια σκοτεινή περίοδο
Ο Ρικ Πιτίνο ήρθε σε μια στιγμή που ο Παναθηναϊκός δεν είχε ανάγκη από συστήματα, αλλά ανάγκη από ζωή. Από ενέργεια. Από κάποιον να πει στους παίκτες ότι αυτό που φορούν ακόμα σημαίνει κάτι. Κι ο Αμερικανός το έκανε με τον μόνο τρόπο που ξέρει, με ένταση. Δεν είχε ρόστερ πρωταθλητισμού. Είχε παίκτες περιορισμένων δυνατοτήτων, ρολίστες, λύσεις ανάγκης. Κι όμως, μέσα σε λίγους μήνες, έφτιαξε μια ομάδα που έτρεχε, πίεζε, διεκδικούσε. Όχι γιατί έγινε ξαφνικά καλή. Αλλά γιατί έπαψε να φοβάται.
Ο Πιτίνο δεν έφερε τίτλους. Έφερε πίστη. Κι αυτό, εκείνη τη στιγμή, ήταν ανεκτίμητο. Έδωσε στον κόσμο ξανά λόγο να πηγαίνει στο γήπεδο. Έδωσε στους παίκτες ρόλους και ευθύνες. Αλλά κυρίως, κράτησε τον Παναθηναϊκό «ζωντανό» σε μια περίοδο που όλα γύρω μύριζαν παραίτηση.
Αν αυτά τα χρόνια βαφτίζονται «αποτυχία», τότε η λέξη έχει χάσει το νόημά της. Γιατί χωρίς αυτή τη σπίθα, δεν θα υπήρχε καν έδαφος για να χτιστεί το σήμερα.
Η «Μαύρη Τριετία» (2020-2023)
Εδώ ας είμαστε ειλικρινείς. Η περίοδος «έσοδα-έξοδα» δεν ήταν επιλογή άνεσης, ήταν ανάγκη επιβίωσης. Ο Παναθηναϊκός αρνήθηκε να διαλυθεί. Προτίμησε να πονέσει παρά να χρεοκοπήσει. Κι αυτό, στην Ελλάδα του μπάσκετ, είναι σχεδόν επαναστατικό. Είναι εύκολο να μιλάς για αποτυχία όταν έχεις τον Κώστα Σλούκα, τον Κέντρικ Ναν και τον Ματίας Λεσόρ σε εξωπραγματική απόδοση. Δοκίμασε να κοουτσάρεις με το budget του 2021. Με ρόστερ ανάγκης, με συνεχείς αλλαγές, με νέους παίκτες που έπρεπε να μάθουν τι σημαίνει το τριφύλλι. Εκεί φαίνεται η προπονητική τέχνη, όχι όταν όλα είναι στρωμένα.
Η αλήθεια για το 7ο
Ας μιλήσουμε καθαρά, χωρίς ωραιοποιήσεις και χωρίς ανάγκη να μικρύνουμε κανέναν. Ο Εργκίν Αταμάν ήταν ο καταλύτης. Όχι ο δημιουργός. Το 7ο αστέρι δεν γεννήθηκε σε μια προπονητική σεζόν, ούτε ξεπήδησε ξαφνικά από τον πάγκο. Ήταν το αποτέλεσμα μιας ιστορικής συνέχειας, μιας συλλογικής μνήμης και –κυρίως– παικτών με τεράστιο μπασκετικό εγωισμό, που δεν γίνεται να "εξατμίστηκε" σε 2 χρόνια...
Επίσης, υπάρχει κάτι που συστηματικά υποτιμάται όταν μιλάμε για «επιστροφή στην κορυφή» κι αυτό είναι οι φίλαθλοι. Ο κόσμος του Παναθηναϊκός δεν εμφανίστηκε το 2023 επειδή ήρθαν μεγάλα ονόματα. Ήταν εκεί στα χρόνια της λιτότητας, στα χρόνια των περιορισμών, στα χρόνια που το ΟΑΚΑ δεν υποσχόταν τίτλους αλλά απαιτούσε υπομονή. Ήταν εκεί όταν η ομάδα έπαιζε playoffs με μειονέκτημα, όταν πάλευε σειρές που «δεν δικαιούταν», όταν η λογική έλεγε συμβιβασμό αλλά η κερκίδα ζητούσε μάχη.
Το 7ο ήρθε γιατί γύρισε η επένδυση, γιατί επέστρεψε ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, γιατί ο οργανισμός αποφάσισε να ξαναθυμηθεί ποιος είναι. Αλλά βρήκε έτοιμο έδαφος. Βρήκε ένα κοινό που δεν είχε φύγει ποτέ. Βρήκε μια μπασκετική ταυτότητα που είχε τραυματιστεί, αλλά όχι χαθεί.
Ο Αταμάν έβαλε το κερασάκι στην τούρτα και το έκανε καλά. Όμως την τούρτα την είχαν ψήσει άλλοι, οι προπονητές των δύσκολων χρόνων, παίκτες χωρίς λάμψη, διοικήσεις που επέλεξαν τη συντήρηση αντί της διάλυσης, και πάνω απ’ όλα έναν κόσμο που δεν εγκατέλειψε ποτέ το μπασκετικό τμήμα. Κι αυτό είναι κάτι που καμία δήλωση δεν μπορεί να σβήσει.